γενέθλιος

γενέθλιος, ον, also α, ον Lyc.1194:—
A of or belonging to one's birth, γ. δόσις a birthday gift, A.Eu.7; ἡ γενέθλιος ἡμέρα birthday, Epicur. Fr.217, OGl111.29 (ii B. C.), etc.; γενεθλία ἡμέρα ib.222.6 (iii B. C.): pl., ib.493.20 (ii A. D.);

τῇ γενεθλίᾳ POxy.494.24

(ii A. D.); and ἡ γενέθλιος, without ἡμέρα, CIG3957b, Luc.Dem.Enc.2;

γενέθλιον ἦμαρ AP6.261

(Crin.); also

ἀγὼν γ. τοῦ θεάτρου

to celebrate a birthday, ClG

4342d

([place name] Aspendus); τὰ γ. birthday feast, SIG463.11; γ. θύειν offer birthday offerings, E.Ion653, Pl.Alc.1.121c;

ἑστιᾶν Luc.Herm.11

, cf. BGU362x9 (iii A. D.), etc.
II of one's race or family, esp. of tutelary gods,

Ζεὺς γ. Pi.O.8.16

, P.4.167;

γ. δαίμων Id.O.13.105

;

γ. θεοί A.Th.639

(but in Pl.Lg.729c, 879d, presiding over generation, and in D.H.1.67, = Penates); αἷμα γ. kindred blood, E.Or.89; γ. ἀραί a parent's curse, A.Ch.912.
III giving birth, generative, γενέθλιος ἀκτίνων πατήρ, i.e. the Sun, Pi.O.7.70; γ. πόρος thy natal stream, A.Eu.293;

βλάσται γ. S.OC972

; ἀνέλυσα γενέθλιον . . [δελφύν], of her first child, Hymn.Is.17.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Γενέθλιος — of masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γενέθλιος — of masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γενέθλιος — α, ο (AM γενέθλιος, ον, Α και γενέθλιος, α, ον) [γενέθλη] 1. ο σχετικός με τη γέννηση ή την ημέρα τής γέννησης κάποιου 2. (πληθ. ουδ. ως ουσ.) τα γενέθλια α) η επέτειος τής ημέρας τής γέννησης κάποιου β) ο εορτασμός αυτής τής ημέρας αρχ. 1.… …   Dictionary of Greek

  • γενέθλιος — α, ο ο σχετικός με τη γέννηση: Γενέθλια πόλη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Γενεθλίοις — Γενέθλιος of masc dat pl Γενέθλιος of neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γενεθλίου — Γενέθλιος of masc gen sg Γενέθλιος of neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γενεθλίων — Γενέθλιος of masc gen pl Γενέθλιος of neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γενεθλίως — γενέθλιος of adverbial γενέθλιος of masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γενεθλίῳ — Γενέθλιος of masc dat sg Γενέθλιος of neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γενέθλιον — Γενέθλιος of masc acc sg Γενέθλιος of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γενέθλιον — γενέθλιος of masc/fem acc sg γενέθλιος of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.